Εφαρμογές Λαπαροσκοπικής Χειρουργικής

ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΗ ΛΑΠΑΡΟΣΚΟΠΗΣΗ

Η επέμβαση αυτή προτείνεται σε περιπτώσεις διερεύνησης πιθανής παθολογίας συσχετιζόμενης, συνήθως, με πρωτοπαθή ή δευτεροπαθή υπογονιμότητα.

Σε πολλές περιπτώσεις οι απεικονιστικές και κλινικές εξετάσεις αδυνατούν να αποκαλύψουν κάποια παθολογία.

Έτσι, στις περιπτώσεις υπογονιμότητας, η διαγνωστική λαπαροσκόπηση και μάλιστα σε συνδυασμό πολύ συχνά με διαγνωστική υστεροσκόπηση, έρχεται να προστεθεί στη φαρέτρα των διαγνωστικών μεθόδων προκειμένου να μελετηθεί πλήρως το πρόβλημα της ασθενούς.

Στα πλαίσια της διαγνωστικής λαπαροσκόπησης λαμβάνουμε πληροφορίες που αφορούν την ύπαρξη συμφύσεων (μετεγχειρητικών, ενδομητριωσικής φύσεως ή χλαμυδιακών), τη σωστή ανατομική σχέση των οργάνων εντός της πυέλου, τη βατότητα αλλά και την ανατομική κατάσταση των σαλπίγγων καθώς επίσης και πληροφορίες που αφορούν την ανατομία της μήτρας και των ωοθηκών.

Εκτός από την περίπτωση της υπογονιμότητας, η διαγνωστική λαπαροσκόπηση έχει σημαντική θέση σε περιπτώσεις διερεύνησης κοιλιακού άλγους το όποιο μπορεί να σχετίζεται με φλεγμονώδεις καταστάσεις της πυέλου, με συμφυτικές καταστάσεις της πυέλου αλλά ακόμη και με περιπτώσεις εξωμητρίου κυήσεως.

ΛΑΠΑΡΟΣΚΟΠΙΚΗ ΣΥΜΦΥΣΙΟΛΥΣΗ

Με τον όρο συμφύσεις αναφερόμαστε στην παθολογική ύπαρξη «ιστικών γεφυρών» μεταξύ των οργάνων της περιτοναϊκής κοιλότητας.

Σε τέτοιες καταστάσεις διαταράσσονται οι ανατομικές σχέσεις, με επακόλουθο τη διαταραχή της ομαλής λειτουργίας των οργάνων.

Οι συμφύσεις μπορεί να αφορούν τις ωοθήκες, τις σάλπιγγες, το έντερο, τη μήτρα και τη μεταξύ όλων αυτών φυσιολογική ανατομική σχέση.

Μπορούν να έχουν ως αποτέλεσμα την μερική ή και πλήρη απόφραξη των σαλπίγγων με κίνδυνο ακόμη και την καταστροφή αυτών, την καθήλωση των ωοθηκών, τη μη ομαλή λειτουργία του παχέως εντέρου κ.α.

Οι συμφύσεις συνήθως προκαλούνται από:

Προηγηθείσες χειρουργικές επεμβάσεις, ιδίως ανοικτές (μέσω λαπαροτομίας) όπως η σκωληκοειδεκτομή, οι καισαρικές τομές, η χειρουργική αντιμετώπιση παθολογικών καταστάσεων των ωοθηκών, των σαλπίγγων ή της μήτρας όπως η ινομυωματεκτομή.

Ενδομητρίωση. Πρόκειται για καλοήθη παθολογική οντότητα η οποία εμφανίζεται με ιδιαίτερη συχνότητα στο γυναικείο πληθυσμό και προκαλεί ποικίλα προβλήματα κατά την αναπαραγωγική ηλικία.

Ιστορικό πυελικής φλεγμονής (PID). Ιδίως σε περιπτώσεις παλαιότερης χλαμυδιακής λοίμωξης, οι συμφύσεις μπορεί να προκαλούν ιδιαίτερα προβλήματα κατά τη διάρκεια της αναπαραγωγικής ηλικίας της γυναίκας, όπως υπογονιμότητα ή άλγος.

Η λαπαροσκοπική χειρουργική αντιμετώπιση αποτελεί την απολύτως καλύτερη μέθοδο προσέγγισης του προβλήματος (λαπαροσκοπική συμφυσιόλυση).

Οι λόγοι είναι οι ακόλουθοι:

Η μεγέθυνση της εικόνας αλλά και η δυνατότητα αναγνώρισης ανατομικών περιοχών οι οποίες είναι αδύνατον να αναγνωριστούν μέσω λαπαροτομίας (ανοικτής επέμβασης).

Η λεπτότητα και η ακρίβεια των χειρισμών με τη βοήθεια των λαπαροσκοπικών εργαλείων.

Ο ελάχιστος τραυματισμός των ιστών.

Η καθοριστικά, ελάχιστη δημιουργία μετεγχειρητικών συμφύσεων.

ΛΑΠΑΡΟΣΚΟΠΙΚΗ ΚΥΣΤΕΚΤΟΜΗ

Μια από τις συχνότερες παθολογικές καταστάσεις όπου καλείται να δώσει λύση ο γυναικολόγος είναι οι κύστεις των ωοθηκών.

Αυτές διακρίνονται σε λειτουργικές και οργανικές.

Οι λειτουργικές, είναι κύστεις που σχετίζονται με την ίδια τη λειτουργία των ωοθηκών κατά τη διάρκεια του καταμήνιου κύκλου.

Αν και παθολογικές, τις περισσότερες φορές απορροφώνται από μόνες τους ή με τη βοήθεια φαρμακευτικής αγωγής.

Έτσι, εφόσον βεβαιωθούμε για τη λειτουργική τους φύση αρκεί τις περισσότερες φορές η υπερηχογραφική και κλινική παρακολούθηση.

Σε λίγες περιπτώσεις θα χρειαστεί χειρουργική αντιμετώπιση.

Οι οργανικές, αντιθέτως, είναι κύστεις οι οποίες δε μπορούν να εξαφανιστούν ούτε από μόνες τους ούτε με τη βοήθεια φαρμακευτικής αγωγής.

Έτσι, αυτές αντιμετωπίζονται μόνο χειρουργικά.

Η λαπαροσκοπική προσέγγιση είναι πλήρως εφικτή για την αντιμετώπιση του συνόλου αυτών των κύστεων (απλή ορώδης κύστη, κυσταδένωμα, ενδομητρίωμα, δερμοειδής κύστη κ.α.).

Κατά τη λαπαροσκοπική κυστεκτομή, αφαιρείται πλήρως όλο το τοίχωμα της κύστης και διατηρείται στο ακέραιο όλος ο φυσιολογικός ωοθηκικός ιστός.

Κατά την επέμβαση αυτή μπορεί να ελεγχτεί η βατότητα των σαλπίγγων και να πραγματοποιηθεί σαλπιγγοπλαστική ή συμφυσιόλυση αν χρειάζεται.

Σε ότι αφορά την ασφάλεια της ασθενούς, η λαπαροσκοπική χειρουργική θεωρείται λιγότερο τραυματική μέθοδος, γιατί υπάρχει χιλιοστομετρική ακρίβεια στους χειρισμούς λόγω μεγέθυνσης της εικόνας μας, οι απώλειες αίματος είναι ελάχιστες και ο κίνδυνος μετεγχειρητικών αγγειακών εμβολών είναι ελαττωμένος λόγω ταχύτερης κινητοποίησης της ασθενούς.

Σε ότι αφορά τα πλεονεκτήματα της λαπαροσκοπικής χειρουργικής προσέγγισης αναφερόμαστε στα εξής:

Λιγότερες μετεγχειρητικές συμφύσεις.

Μικρότερης έντασης και βραχύτερης διάρκειας μετεγχειρητικό άλγος.

Ταχύτερη αποκατάσταση σε ότι αφορά τη λειτουργία του γαστρεντερικού συστήματος.

Ιδιαίτερα ελαττωμένος κίνδυνος μετεγχειρητικής κήλης.

Ταχύτερη κινητοποίηση των ασθενών.

Βραχύτερος χρόνος νοσηλείας-ταχεία ανάληψη καθημερινών δραστηριοτήτων.

Καλύτερο αισθητικό αποτέλεσμα.

Ψηφιακή καταγραφή της χειρουργικής επέμβασης.

ΥΔΡΟΣΑΛΠΙΓΓΕΣ – ΠΥΟΣΑΛΠΙΓΓΕΣ

ΛΑΠΑΡΟΣΚΟΠΙΚΗ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ

Μερικές φορές, συνήθως λόγω συμφύσεων, ο αυλός της μίας ή και των δύο σαλπίγγων μπορεί να αποφραχτεί, με αποτέλεσμα τη διαταραχή της φυσιολογικής λειτουργίας αυτών.

Η απόφραξη αυτή μπορεί να είναι μερική ή πλήρης.

Στην πρώτη περίπτωση πρόκειται για φίμωση και η χειρουργική αντιμετώπιση ονομάζεται σαλπιγγοπλαστική.

Στη δεύτερη περίπτωση (υδροσάλπιγγα), αν πρόκειται για πρόσφατη απόφραξη, πιθανώς, η σάλπιγγα μπορεί να σωθεί και πάλι με διάνοιξη και σαλπιγγοπλαστική.

Εάν όμως η πλήρης απόφραξη δεν είναι πρόσφατη, λόγω του γεγονότος ότι καταστρέφεται το εσωτερικό της σάλπιγγας, η πιθανότερη αντιμετώπιση είναι η αφαίρεση της σάλπιγγας.

Σε περιπτώσεις μάλιστα που η υπογονιμότητα ενός ζευγαριού οφείλεται σε υδροσάλπιγγες, με διάταση ικανού βαθμού, η αφαίρεση αυτών επιβάλλεται πριν δρομολογηθεί μια εξωσωματική γονιμοποίηση.
Ως πυοσάλπιγγες προσδιορίζουμε τις διατεταμένες εκείνες σάλπιγγες οι οποίες περιέχουν φλεγμονώδες υγρό.

Η χειρουργική αντιμετώπιση των καταστάσεων αυτών είναι πλήρως εφικτή λαπαροσκοπικά και μάλιστα θα λέγαμε ότι είναι η μέθοδος εκλογής.

Η λεπτότητα των χειρουργικών χειρισμών, η μεγέθυνση της εικόνας και η αποφυγή των μετεγχειρητικών συμφύσεων που συνοδεύουν μια ανοικτή επέμβαση (λαπαροτομία), καθιστούν τη λαπαροσκοπική αντιμετώπιση την καλύτερη χειρουργική προσέγγιση.

Σε ότι αφορά την ασφάλεια της ασθενούς, η λαπαροσκοπική χειρουργική θεωρείται λιγότερο τραυματική μέθοδος, γιατί υπάρχει χιλιοστομετρική ακρίβεια στους χειρισμούς λόγω μεγέθυνσης της εικόνας μας, οι απώλειες αίματος είναι ελάχιστες και ο κίνδυνος μετεγχειρητικών αγγειακών εμβολών είναι ελαττωμένος λόγω ταχύτερης κινητοποίησης της ασθενούς.

Σε ότι αφορά τα πλεονεκτήματα της λαπαροσκοπικής χειρουργικής προσέγγισης αναφερόμαστε στα εξής:

Λιγότερες μετεγχειρητικές συμφύσεις.

Μικρότερης έντασης και βραχύτερης διάρκειας μετεγχειρητικό άλγος.

Ταχύτερη αποκατάσταση σε ότι αφορά τη λειτουργία του γαστρεντερικού συστήματος.

Ιδιαίτερα ελαττωμένος κίνδυνος μετεγχειρητικής κήλης.

Ταχύτερη κινητοποίηση των ασθενών.

Βραχύτερος χρόνος νοσηλείας-ταχεία ανάληψη καθημερινών δραστηριοτήτων.

Καλύτερο αισθητικό αποτέλεσμα.

Ψηφιακή καταγραφή της χειρουργικής επέμβασης.

ΛΑΠΑΡΟΣΚΟΠΙΚΗ ΙΝΟΜΥΩΜΑΤΕΚΤΟΜΗ

Η ανεύρεση ινομυωμάτων της μήτρας αποτελεί μία από τις συχνότερες παθολογικές καταστάσεις στη γυναικολογία.

Υπολογίζεται ότι το ποσοστό ανέρχεται στο 50% των γυναικών της αναπαραγωγικής ηλικίας.

Πρόκειται για καλοήθη μορφώματα με πιθανότητα κακοήθους εξαλλαγής ιδιαίτερα χαμηλή, μεταξύ 0,4% και 0,8%.

Μπορούν να είναι ασυμπτωματικά ή να προκαλούν προβλήματα στη γυναίκα της αναπαραγωγικής ηλικίας όπως διαταραχές της εμμήνου ρύσεως ή και άλγος. Αυτό εξαρτάται από το μέγεθος αλλά κυρίως από τη θέση τους στη μήτρα.

Ακόμη, τα ινομυώματα μπορούν να προκαλούν προβλήματα στην επίτευξη εγκυμοσύνης.

Είναι ορμονοεξαρτώμενα και παρουσιάζουν αυξητική τάση κατά τη διάρκεια της αναπαραγωγικής ηλικίας.

Έτσι, όταν είναι συμπτωματικά, προκαλούν δηλαδή είτε αιμορραγίες είτε κοιλιακό άλγος, αλλά και όταν είναι ασυμπτωματικά αλλά μεγάλου μεγέθους, προτείνεται η χειρουργική τους αφαίρεση.

Η λαπαροσκοπική εξαίρεση των ινομυωμάτων είναι πλήρως εφικτή όταν αυτά δε ξεπερνούν σε διάμετρο κάποιο συγκεκριμένο όριο. Το αποτέλεσμα είναι εφάμιλλο με εκείνο της ανοικτής χειρουργικής (λαπαροτομία).

Σε ότι αφορά την ασφάλεια της ασθενούς, η λαπαροσκοπική χειρουργική θεωρείται λιγότερο τραυματική μέθοδος, γιατί υπάρχει χιλιοστομετρική ακρίβεια στους χειρισμούς λόγω μεγέθυνσης της εικόνας μας, οι απώλειες αίματος είναι ελάχιστες και ο κίνδυνος μετεγχειρητικών αγγειακών εμβολών είναι ελαττωμένος λόγω ταχύτερης κινητοποίησης της ασθενούς.

Σε ότι αφορά τα πλεονεκτήματα της λαπαροσκοπικής χειρουργικής προσέγγισης αναφερόμαστε στα εξής:

Λιγότερες μετεγχειρητικές συμφύσεις.

Μικρότερης έντασης και βραχύτερης διάρκειας μετεγχειρητικό άλγος.

Ταχύτερη αποκατάσταση σε ότι αφορά τη λειτουργία του γαστρεντερικού συστήματος.

Ιδιαίτερα ελαττωμένος κίνδυνος μετεγχειρητικής κήλης.

Ταχύτερη κινητοποίηση των ασθενών.

Βραχύτερος χρόνος νοσηλείας-ταχεία ανάληψη καθημερινών δραστηριοτήτων.

Καλύτερο αισθητικό αποτέλεσμα.

Ψηφιακή καταγραφή της χειρουργικής επέμβασης.

ΛΑΠΑΡΟΣΚΟΠΙΚΗ ΥΣΤΕΡΕΚΤΟΜΗ

Με τον όρο υστερεκτομή αναφερόμαστε στη χειρουργική αφαίρεση της μήτρας.

Η λαπαροσκοπική υστερεκτομή είναι ιδιαίτερα ασφαλής και παρουσιάζει πολλά πλεονεκτήματα για την ασθενή.

Μπορούμε να διακρίνουμε τέσσερα είδη αυτής της χειρουργικής επέμβασης:

Ολική λαπαροσκοπική υστερεκτομή μετά των εξαρτημάτων.

Ολική λαπαροσκοπική υστερεκτομή άνευ των εξαρτημάτων.

Υφολική λαπαροσκοπική υστερεκτομή μετά των εξαρτημάτων.

Υφολική λαπαροσκοπική υστερεκτομή άνευ των εξαρτημάτων.

Ο όρος «ολική» αναφέρεται στην αφαίρεση όλης της μήτρας μετά του τραχήλου αυτής.

Ο όρος «υφολική» αναφέρεται στη μερική αφαίρεση μόνον του σώματος της μήτρας χωρίς τον τράχηλο αυτής.

Ο όρος «μετά των εξαρτημάτων» αναφέρεται στην αφαίρεση των ωοθηκών και των σαλπίγγων.

Ο όρος «άνευ των εξαρτημάτων» αναφέρεται στη διατήρηση των ωοθηκών και των σαλπίγγων.

Ενδείξεις λαπαροσκοπικής υστερεκτομής:

Ινομυωματώδης (λειομυωματώδης) μήτρα.

Βασική προϋπόθεση, να έχει ολοκληρωθεί η αναπαραγωγική δραστηριότητα της γυναίκας. Ειδάλλως, πραγματοποιείται λαπαροσκοπική ινομυωματεκτομή.

Υπερπλασία του ενδομητρίου.

Στην άτυπη μορφή αυτής(υψηλός κίνδυνος κακοήθους εξαλλαγής), η λαπαροσκοπική υστερεκτομή έχει απόλυτη ένδειξη.

Στην υπερπλασία του ενδομητρίου χωρίς ατυπία η λαπαροσκοπική υστερεκτομή έχει ένδειξη όταν η φαρμακευτική αγωγή αδυνατεί να επιλύσει το πρόβλημα (αιμορραγίες).

Διάχυτη αδενομύωση.

Πρόκειται για καλοήθη παθολογική κατάσταση της μήτρας η οποία προκαλεί αιμορραγίες.

Υψηλού βαθμού δυσπλασία του τραχήλου ( δυσπλασία CIN III).

Προϋπόθεση και εδώ η ολοκληρωμένη αναπαραγωγική δραστηριότητα της γυναίκας.

Σε ότι αφορά την ασφάλεια της ασθενούς, η λαπαροσκοπική χειρουργική θεωρείται λιγότερο τραυματική μέθοδος, γιατί υπάρχει χιλιοστομετρική ακρίβεια στους χειρισμούς λόγω μεγέθυνσης της εικόνας μας, οι απώλειες αίματος είναι ελάχιστες και ο κίνδυνος μετεγχειρητικών αγγειακών εμβολών είναι ελαττωμένος λόγω ταχύτερης κινητοποίησης της ασθενούς.

Σε ότι αφορά τα πλεονεκτήματα της λαπαροσκοπικής χειρουργικής προσέγγισης αναφερόμαστε στα εξής:

Λιγότερες μετεγχειρητικές συμφύσεις.

Μικρότερης έντασης και βραχύτερης διάρκειας μετεγχειρητικό άλγος.

Ταχύτερη αποκατάσταση σε ότι αφορά τη λειτουργία του γαστρεντερικού συστήματος.

Ιδιαίτερα ελαττωμένος κίνδυνος μετεγχειρητικής κήλης.

Ταχύτερη κινητοποίηση των ασθενών.

Βραχύτερος χρόνος νοσηλείας-ταχεία ανάληψη καθημερινών δραστηριοτήτων.

Καλύτερο αισθητικό αποτέλεσμα.

Ψηφιακή καταγραφή της χειρουργικής επέμβασης.

ΛΑΠΑΡΟΣΚΟΠΙΚΗ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΕΝΔΟΜΗΤΡΙΩΣΗΣ

Πρόκειται για ιδιαίτερα συχνή καλοήθη πάθηση η οποία ταλαιπωρεί κυρίως τις νέες γυναίκες, δηλαδή, τις γυναίκες της αναπαραγωγικής ηλικίας.

Προκαλεί πόνο κατά την έμμηνο ρύση (δυσμηνόρροια) αλλά, συχνά, και κατά την σεξουαλική επαφή (δυσπαρευνία).

Μπορεί να αποτελέσει αίτιο υπογονιμότητας λόγω της δημιουργίας συμφύσεων μέσα στην περιτοναϊκή κοιλότητα.

Η λαπαροσκοπική αντιμετώπιση, τόσο σε διαγνωστικό όσο και σε επεμβατικό επίπεδο αποτελεί τη καλύτερη μέθοδο (μέθοδος εκλογής).

Η μεγέθυνση της εικόνας του χειρουργικού πεδίου, η σχολαστική μελέτη όλων των ανατομικών δομών αλλά και η δημιουργία ελάχιστων μετεγχειρητικών συμφύσεων, σε σχέση με μια ενδεχόμενη λαπαροτομία (ανοικτή μέθοδος), καθιστούν τη λαπαροσκοπική αντιμετώπιση, ιδανική.

Σε ότι αφορά την ασφάλεια της ασθενούς, η λαπαροσκοπική χειρουργική θεωρείται λιγότερο τραυματική μέθοδος, γιατί υπάρχει χιλιοστομετρική ακρίβεια στους χειρισμούς, οι απώλειες αίματος είναι ελάχιστες και ο κίνδυνος μετεγχειρητικών αγγειακών εμβολών είναι ελαττωμένος λόγω ταχύτερης κινητοποίησης της ασθενούς.

Σε ότι αφορά τα πλεονεκτήματα της λαπαροσκοπικής χειρουργικής προσέγγισης αναφερόμαστε στα εξής:

Λιγότερες μετεγχειρητικές συμφύσεις.

Μικρότερης έντασης και βραχύτερης διάρκειας μετεγχειρητικό άλγος.

Ταχύτερη αποκατάσταση σε ότι αφορά τη λειτουργία του γαστρεντερικού συστήματος.

Ιδιαίτερα ελαττωμένος κίνδυνος μετεγχειρητικής κήλης.

Ταχύτερη κινητοποίηση των ασθενών.

Βραχύτερος χρόνος νοσηλείας-ταχεία ανάληψη καθημερινών δραστηριοτήτων.

Καλύτερο αισθητικό αποτέλεσμα.

Ψηφιακή καταγραφή της χειρουργικής επέμβασης.

ΛΑΠΑΡΟΣΚΟΠΙΚΗ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΕΞΩΜΗΤΡΙΟΥ ΚΥΗΣΕΩΣ

Στην ατυχή περίπτωση μιας εξωμητρίου κυήσεως, η αντιμετώπιση μπορεί να είναι λαπαροσκοπική, επιτυγχάνοντας όλα τα πλεονεκτήματα αυτής της μεθόδου.

Σε περίπτωση σαλπιγγικής εξωμητρίου κυήσεως, που είναι και η συχνότερη, μπορεί να πραγματοποιηθεί είτε σαλπιγγοτομή και αφαίρεση των τροφοβλαστικών στοιχείων (κύημα) μέσα σε ενδοσκοπικό σάκο είτε σαλπιγγεκτομή (αφαίρεση της σάλπιγγας) μετά του κυήματος.

Σε ότι αφορά την ασφάλεια της ασθενούς, η λαπαροσκοπική χειρουργική θεωρείται λιγότερο τραυματική μέθοδος, γιατί υπάρχει χιλιοστομετρική ακρίβεια στους χειρισμούς λόγω μεγέθυνσης της εικόνας μας, οι απώλειες αίματος είναι ελάχιστες και ο κίνδυνος μετεγχειρητικών αγγειακών εμβολών είναι ελαττωμένος λόγω ταχύτερης κινητοποίησης της ασθενούς.

Σε ότι αφορά τα πλεονεκτήματα της λαπαροσκοπικής χειρουργικής προσέγγισης αναφερόμαστε στα εξής:

Λιγότερες μετεγχειρητικές συμφύσεις.

Μικρότερης έντασης και βραχύτερης διάρκειας μετεγχειρητικό άλγος.

Ταχύτερη αποκατάσταση σε ότι αφορά τη λειτουργία του γαστρεντερικού συστήματος.

Ιδιαίτερα ελαττωμένος κίνδυνος μετεγχειρητικής κήλης.

Ταχύτερη κινητοποίηση των ασθενών.

Βραχύτερος χρόνος νοσηλείας-ταχεία ανάληψη καθημερινών δραστηριοτήτων.

Καλύτερο αισθητικό αποτέλεσμα.

Ψηφιακή καταγραφή της χειρουργικής επέμβασης.

fbtw